59 αποτελέσματα για «裁»

裁判官忌避 さいばんかんきひ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαίρεση δικαστή
裁ち板 たちいた

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη επιφάνεια κοπής υφασμάτων για ράφτες
裁ち出す たちだす

ρήμα

  1. 01 κόβω ένα ένδυμα από ύφασμα
裁ち掛ける たちかける

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να κόβω
裁ち物 たちもの

ουσιαστικό

  1. 01 κοπή (υφάσματος ή χαρτιού)
裁ち屑 たちくず

ουσιαστικό

  1. 01 κομμάτια υφάσματος, αποκόμματα
裁ち上がり たちあがり

ουσιαστικό

  1. 01 κοπή (ραπτικής), διαμόρφωση
裁ち庖丁 たちぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλίδι ραπτικής
裁断師 さいだんし

ουσιαστικό

  1. 01 κόπτης (ράφτη)
裁判官弾劾裁判所 さいばんかんだんがいさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστήριο δικαστικής μομφής
裁量所得 さいりょうしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 διαθέσιμο εισόδημα
裁判所庁舎 さいばんしょちょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστικό μέγαρο
裁縫鳥 さいほうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ραπτοπούλι (Orthotomus sp.)
裁判所法 さいばんしょほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί δικαστηρίων
裁判を起こす さいばんをおこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταθέτω αγωγή, προσφεύγω στα δικαστήρια, δικάζομαι
裁判記録 さいばんきろく

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστικό αρχείο, πρακτικά δίκης
裁縫針 さいほうばり

ουσιαστικό

  1. 01 βελόνα ραψίματος
裁縫道具 さいほうどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλεία ραπτικής
  1. 01 ράβω
  2. 02 κρίνω
  3. 03 απόφαση
  4. 04 κόβω (σχέδιο)