56 αποτελέσματα για «装»

装置空間 そうちくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος συσκευής
装置座標 そうちざひょう

ουσιαστικό

  1. 01 συντεταγμένη συσκευής, DC
装置座標系 そうちざひょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα συντεταγμένων συσκευής, DC
装置障害 そうちしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 βλάβη εξοπλισμού
装置状態バイト そうちじょうたいバイト

ουσιαστικό

  1. 01 byte κατάστασης συσκευής
装置制御文字 そうちせいぎょもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας ελέγχου συσκευής
装置独立 そうちどくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανεξάρτητος από τη συσκευή
装置独立性 そうちどくりつせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανεξαρτησία συσκευής
装置名 そうちめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα συσκευής
装束能 しょうぞくのう

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο νο, το οποίο εκτελείται με πλήρη ενδυμασία
装架 そうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βάση, υποστήριγμα (για εξοπλισμό), τοποθέτηση
装備庁 そうびちょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία εξοπλισμών, τεχνολογίας και εφοδιαστικής (του υπουργείου άμυνας)
装飾性 そうしょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικότητα, διακοσμητικός χαρακτήρας
装飾美術 そうしょくびじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικές τέχνες
装甲艦 そうこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακισμένο πολεμικό πλοίο, θωρηκτό
  1. 01 ένδυμα
  2. 02 ντύνομαι
  3. 03 προσποιούμαι
  4. 04 μεταμφιέζομαι
  5. 05 δηλώνω