78 αποτελέσματα για «証»
証券市場 しょうけんしじょう
ουσιαστικό
- 01 χρηματιστήριο αξιών
証す しょうす
ρήμα
- 01 αποδεικνύω, επαληθεύω
- 02 εγγυώμαι, υπόσχομαι
証拠金 しょうこきん
ουσιαστικό
- 01 προκαταβολή (π.χ. για την αγορά οικίας), αρραβώνας, χρηματική εγγύηση
- 02 περιθώριο (πληρωμής), εγγυητικό κεφάλαιο, κάλυψη
証券取引法 しょうけんとりひきほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί κινητών αξιών και χρηματιστηριακών συναλλαγών
証印 しょういん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφραγίδα που τίθεται πάνω σε έγγραφο
証明力 しょうめいりょく
ουσιαστικό
- 01 αποδεικτική ισχύς, αξιοπιστία, η δύναμη της μαρτυρίας στη συνείδηση του δικαστή
証紙 しょうし
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα (επιθεώρησης ή πιστοποίησης)
証言録取 しょうげんろくしゅ
ουσιαστικό
- 01 ένορκη κατάθεση, καταγραφή μαρτυρίας
証券アナリスト しょうけんアナリスト
ουσιαστικό
- 01 αναλυτής χρεογράφων, αναλυτής τίτλων
証憑 しょうひょう
ουσιαστικό
- 01 παραστατικό, τεκμήριο συναλλαγής
証券詐欺 しょうけんさぎ
ουσιαστικό
- 01 απάτη με κινητές αξίες
証果 しょうか
ουσιαστικό
- 01 φώτιση που επιτυγχάνεται μέσω της άσκησης
証明責任 しょうめいせきにん
ουσιαστικό
- 01 βάρος απόδειξης
証取法 しょうとりほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί κινητών αξιών και χρηματιστηρίου
証明権限者 しょうめいけんげんしゃ
ουσιαστικό
- 01 αρχή πιστοποίησης
証明謄本 しょうめいとうほん
ουσιαστικό
- 01 επικυρωμένο αντίγραφο
証明機関 しょうめいきかん
ουσιαστικό
- 01 αρχή πιστοποίησης
証明証経路 しょうめいしょうけいろ
ουσιαστικό
- 01 διαδρομή πιστοποίησης
証明証通し番号 しょうめいしょうとおしばんごう
ουσιαστικό
- 01 σειριακός αριθμός πιστοποιητικού
証文の出し後れ しょうもんのだしおくれ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κάτι που γίνεται πολύ αργά