62 αποτελέσματα για «詩»
詩宗 しそう
ουσιαστικό
- 01 κορυφαίος ποιητής
詩史 しし
ουσιαστικό
- 01 ιστορία της ποίησης (ειδικά της κινεζικής)
- 02 ιστορία καταγεγραμμένη με τη μορφή ποίησης
詩体 したい
ουσιαστικό
- 01 ποιητική μορφή, στίχος
詩会 しかい
ουσιαστικό
- 01 ποιητική συνάντηση
詩歌管弦 しいかかんげん
ουσιαστικό
- 01 κινεζική και ιαπωνική ποίηση και οργανική μουσική, ποίηση και μουσική, λογοτεχνία και μουσική
詩客 しかく
ουσιαστικό
- 01 ποιητής
詩的正義 してきせいぎ
ουσιαστικό
- 01 ποιητική δικαιοσύνη, ανταποδοτική δικαιοσύνη
詩僧 しそう
ουσιαστικό
- 01 ιερέας με ποιητικό ταλέντο, ιερέας ποιητής
詩行 しぎょう
ουσιαστικό
- 01 στίχος ποιήματος
詩意 しい
ουσιαστικό
- 01 ποιητική διάθεση, το νόημα ενός ποιήματος
詩選 しせん
ουσιαστικό
- 01 ανθολογία ποιημάτων
詩眼 しがん
ουσιαστικό
- 01 ποιητική εκτίμηση, ποιητικό αισθητήριο
詩巻 しかん
ουσιαστικό
- 01 συλλογή ποιημάτων
詩人墨客 しじんぼっかく
ουσιαστικό
- 01 ποιητές και καλλιτέχνες, άτομα που απολαμβάνουν εκλεπτυσμένες ασχολίες όπως η ποίηση, η λογοτεχνία, η ζωγραφική και η καλλιγραφία
詩的破格 してきはかく
ουσιαστικό
- 01 ποιητική αδεία
詩的許容 してききょよう
ουσιαστικό
- 01 ποιητική αδεία, καλλιτεχνική αδεία
詩業 しぎょう
ουσιαστικό
- 01 ποιητικά επιτεύγματα, ποιητικά έργα, η ενασχόληση με τη συγγραφή ποίησης
詩余 しよ
ουσιαστικό
- 01 τσι (είδος κινεζικής ποίησης)
詩伯 しはく
ουσιαστικό
- 01 ποιητής (ιδιαίτερα της κινεζικής ποίησης)
詩豪 しごう
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος ποιητής