63 αποτελέσματα για «認»

認可外保育所 にんかがいほいくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 μη αδειοδοτημένος παιδικός σταθμός, υπηρεσίες ημερήσιας φροντίδας που παρέχονται εκτός του πλαισίου των παραδοσιακών παιδικών σταθμών
認定NPO法人 にんていエヌピーオーほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκεκριμένος μη κερδοσκοπικός οργανισμός
認証書 にんしょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό
認証官 にんしょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματούχος του οποίου ο διορισμός και η παύση απαιτεί αυτοκρατορική αναγνώριση
認定投票 にんていとうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψηφοφορία έγκρισης
認諾離婚 にんだくりこん

ουσιαστικό

  1. 01 διαζύγιο κατόπιν ομολογίας
認証トークン にんしょうトークン

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτικό πιστοποίησης, διακριτικό
認証局 にんしょうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή πιστοποίησης
認証交換 にんしょうこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλαγή πιστοποίησης
認知言語学 にんちげんごがく

ουσιαστικό

  1. 01 γνωστική γλωσσολογία
認印付き指輪 みとめいんつきゆびわ

ουσιαστικό

  1. 01 δαχτυλίδι-σφραγίδα, δαχτυλίδι με σφραγίδα
認証媒体 にんしょうばいたい

ουσιαστικό

  1. 01 μέσο ταυτοποίησης, διακριτικό ασφαλείας (π.χ. έξυπνη κάρτα)
認識不能 にんしきふのう

ουσιαστικό

  1. 01 μη αναγνωρίσιμος, ακατάληπτος
認可校 にんかこう

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα
認知届 にんちとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση αναγνώρισης τέκνου (στο οικογενειακό μητρώο)
認定資格 にんていしかく

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματική πιστοποίηση, πιστοποίηση δεξιοτήτων
認知戦 にんちせん

ουσιαστικό

  1. 01 γνωσιακός πόλεμος
認証メール にんしょうメール

ουσιαστικό

  1. 01 email ταυτοποίησης, email επικύρωσης, email επαλήθευσης
認識違い にんしきちがい

ουσιαστικό

  1. 01 παρεξήγηση, εσφαλμένη αντίληψη, διαφορά στην κατανόηση
認む したたむ

ρήμα

  1. 01 γράφω (π.χ. επιστολή), συντάσσω (έγγραφο), κρατώ (σημειώσεις)
  2. 02 γευματίζω (π.χ. μεσημεριανό, βραδινό), τρώω