100 αποτελέσματα για «語»

語釈 ごしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση μιας λέξης (φράσης, όρου, κ.λπ.), ερμηνεία μιας λέξης
語根 ごこん

ουσιαστικό

  1. 01 γκοκόν, ρίζα λέξης
語気を弱める ごきをよわめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαμηλώνω τον τόνο της φωνής μου
聞くも涙、語るも涙 きくもなみだ、かたるもなみだ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία τόσο λυπητερή που προκαλεί δάκρυα τόσο σε αυτόν που τη διηγείται όσο και σε αυτόν που την ακούει
語数 ごすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός λέξεων
語形 ごけい

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή λέξης
語学学習 ごがくがくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσική μελέτη, εκμάθηση γλώσσας
語頭 ごとう

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο μέρος μιας λέξης
語らしめる かたらしめる

ρήμα

  1. 01 τελειώνω την αφήγηση
語学者 ごがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσολόγος, ειδικός στη γλώσσα
語幹 ごかん

ουσιαστικό

  1. 01 θέμα (το μη κλιτό μέρος μιας λέξης), ριζικό θέμα λέξης
語用論 ごようろん

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματολογία
語尾変化 ごびへんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλίση, συζυγία, πτώση
語源説 ごげんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία περί της ετυμολογίας, ετυμολογία
語源学 ごげんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ετυμολογία
語脈 ごみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση λέξεων, αλληλουχία λέξεων
語族 ごぞく

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσική οικογένεια
語例 ごれい

ουσιαστικό

  1. 01 παράδειγμα λέξης ή φράσης
語を強める ごをつよめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τονίζω μια λέξη
語形変化 ごけいへんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλιτική μεταβολή λέξεων (π.χ. κλίση ουσιαστικών και κλίση ρημάτων)