56 αποτελέσματα για «議»

議事日程 ぎじにってい

ουσιαστικό

  1. 01 ημερήσια διάταξη, πρόγραμμα συνεδρίασης, σειρά εργασιών της ημέρας
議決機関 ぎけつきかん

ουσιαστικό

  1. 01 νομοθετικό όργανο
議院運営委員長 ぎいんうんえいいいんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόεδρος της επιτροπής κανονισμού της βουλής
議運委 ぎうんい

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή κανονισμού και διοίκησης της βουλής
議事妨害 ぎじぼうがい

ουσιαστικό

  1. 01 παρακώλυση κοινοβουλευτικών διαδικασιών, φιλιμπάστερ
議員年金 ぎいんねんきん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνταξη βουλευτών (και συνταξιοδοτικά ωφελήματα)
議了 ぎりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση συζήτησης, λήξη αντιπαράθεσης
議席を奪う ぎせきをうばう

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνω την έδρα κάποιου (σε εκλογές), κερδίζω έναν εν ενεργεία βουλευτή
議論沸騰 ぎろんふっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έντονη συζήτηση (διαφωνία), θυελλώδης αντιπαράθεση
議運 ぎうん

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή κανονισμού και διοίκησης, επιτροπή διακυβέρνησης σώματος, μόνιμη επιτροπή διαχείρισης κοινοβουλίου
議長職権 ぎちょうしょっけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία του προεδρεύοντος, αρμοδιότητα του αξιώματος του Προέδρου της Βουλής, αρμοδιότητα του αξιώματος του Προέδρου (της Βουλής των Συμβούλων)
議題に上す ぎだいにのぼす

άλλο, ρήμα

  1. 01 θέτω προς συζήτηση
議員会館 ぎいんかいかん

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο γραφείων μελών του Κοινοβουλίου
議員バッジ ぎいんバッジ

ουσιαστικό

  1. 01 κονκάρδα μέλους της Δίαιτας
議員秘書 ぎいんひしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματέας βουλευτή, γραμματέας μέλους του κοινοβουλίου
  1. 01 διαβούλευση
  2. 02 διαβούλευση
  3. 03 συζήτηση
  4. 04 εξέταση