64 αποτελέσματα για «豆»

豆味噌 まめみそ

ουσιαστικό

  1. 01 μισο σόγιας
豆打 ずんだ

ουσιαστικό

  1. 01 ζούντα, πολτοποιημένη βρασμένη πράσινη σόγια, συχνά γλυκασμένη και χρησιμοποιούμενη ως επικάλυψη ή γέμιση
豆斑猫 マメハンミョウ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό κανθαρίδη (Epicauta gorhami)
豆料 まめりょう

ουσιαστικό

  1. 01 όσπριο, ψυχανθές φυτό
豆黄金 まめこがね

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό σκαθάρι, ποπίλια η ιαπωνική
豆象虫 まめぞうむし

ουσιαστικό

  1. 01 βρούχος (οποιοδήποτε σκαθάρι της υποοικογένειας των Βρουχινών)
豆偏 まめへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό μάμε-χεν (που σημαίνει φασόλι) στην αριστερή πλευρά ενός καντζί
豆鹿 まめじか

ουσιαστικό

  1. 01 τραγουλίδες, ελάφι-ποντίκι
豆腐乳 とうふにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμωμένο τόφου
豆腐よう とうふよう

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμωμένο τόφου τύπου Οκινάουα
豆腐花 トウファ

ουσιαστικό

  1. 01 πουτίγκα τόφου, πουτίγκα σόγιας
豆果 とうか

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχανθές
豆あられ まめあられ

ουσιαστικό

  1. 01 αράρε, μπισκότο φτιαγμένο από σόγια
豆蔦 まめづた

ουσιαστικό

  1. 01 μαμεζούτα, ένα είδος φτέρης (Lemmaphyllum microphyllum)
豆蔦蘭 まめづたらん

ουσιαστικό

  1. 01 bulbophyllum drymoglossum (είδος ορχιδέας)
豆梨 まめなし

ουσιαστικό

  1. 01 καλλεργειανή αχλαδιά (Pyrus calleryana), αχλαδιά Μπράντφορντ
豆殻茶 まめがらちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γκριζογάλανος (χρώμα)
豆漿 とうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γάλα σόγιας
豆粒大 まめつぶだい

ουσιαστικό

  1. 01 με μέγεθος μπιζελιού
豆餅 まめもち

ουσιαστικό

  1. 01 μαμεμότσι, ρυζόψωμο που παρασκευάζεται με κοπάνισμα ατμισμένων μαύρων σόγιας