47 αποτελέσματα για «豚»
豚肉商 とんにくしょう
ουσιαστικό
- 01 έμπορος χοιρινού κρέατος
豚芋 ぶたいも
ουσιαστικό
- 01 ηλίανθος ο κονδυλόρριζος (είδος ηλίανθου), αγκινάρα της Ιερουσαλήμ, τοπιναμπούρ
豚飼い ぶたかい
ουσιαστικό
- 01 χοιροβοσκός, χοιροτροφία
豚こま ぶたこま
ουσιαστικό
- 01 χοιρινό σε λεπτές φέτες, ψιλοκομμένο χοιρινό
豚骨スープ とんこつスープ
ουσιαστικό
- 01 ζωμός από κόκαλα χοιρινού, ζωμός χοιρινού
豚串 ぶたくし
ουσιαστικό
- 01 σουβλάκι χοιρινό, ψητό χοιρινό σε καλαμάκι
豚
- 01 χοιρινό
- 02 γουρούνι