97 αποτελέσματα για «財»
財政支出 ざいせいししゅつ
ουσιαστικό
- 01 κρατικές δαπάνες
財産税 ざいさんぜい
ουσιαστικό
- 01 φόρος περιουσίας
財産を食いつぶす ざいさんをくいつぶす
άλλο, ρήμα
- 01 ξοδεύω αλόγιστα την περιουσία μου (ζώντας στην αργία)
財布の紐を握る さいふのひもをにぎる
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ το ταμείο, διαχειρίζομαι τα οικονομικά
財投 ざいとう
ουσιαστικό
- 01 Πρόγραμμα Δημοσιονομικών Επενδύσεων και Δανείων, FILP
財政家 ざいせいか
ουσιαστικό
- 01 χρηματοδότης, οικονομικός παράγοντας
財源確保 ざいげんかくほ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξασφάλιση οικονομικών πόρων
財嚢 ざいのう
ουσιαστικό
- 01 πορτοφόλι, θήκη χρημάτων
- 02 πλούτος, χρήματα που κατέχει κάποιος
財政困難 ざいせいこんなん
ουσιαστικό
- 01 οικονομικές δυσκολίες, οικονομική στενότητα
財産相続 ざいさんそうぞく
ουσιαστικό
- 01 διαδοχή ή κληρονομική διαδοχή περιουσίας
財政力 ざいせいりょく
ουσιαστικό
- 01 οικονομική ισχύς, οικονομική δύναμη
財政投融資 ざいせいとうゆうし
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα δημοσιονομικών επενδύσεων και δανείων, ζαϊσέι τόγιου σι
財政改革 ざいせいかいかく
ουσιαστικό
- 01 οικονομική μεταρρύθμιση, δημοσιονομική μεταρρύθμιση
財形貯蓄 ざいけいちょちく
ουσιαστικό
- 01 ταμιευτήριο συγκέντρωσης περιουσίας
財形 ざいけい
ουσιαστικό
- 01 σχηματισμός περιουσιακών στοιχείων
財務体質 ざいむたいしつ
ουσιαστικό
- 01 οικονομική δομή, οικονομική κατάσταση
財政援助 ざいせいえんじょ
ουσιαστικό
- 01 οικονομική βοήθεια, οικονομική συνδρομή, οικονομική ενίσχυση, οικονομική υποστήριξη
財政学 ざいせいがく
ουσιαστικό
- 01 δημοσιονομική επιστήμη
財政黒字 ざいせいくろじ
ουσιαστικό
- 01 δημοσιονομικό πλεόνασμα
財政収支 ざいせいしゅうし
ουσιαστικό
- 01 δημοσιονομικό ισοζύγιο