139 αποτελέσματα για «資»

資料写真 しりょうしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφία αρχείου, φωτογραφία βιβλιοθήκης
資金運用 しきんうんよう

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση κεφαλαίων, λειτουργία κεφαλαίων
資源エネルギー庁 しげんエネルギーちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Φυσικών Πόρων και Ενέργειας
資料請求 しりょうせいきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίτημα για παροχή εγγράφων, αίτηση για ενημερωτικό υλικό
資金供給 しきんきょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματοδότηση, παροχή κεφαλαίων, προσφορά κεφαλαίων, παροχή επενδυτικών κεφαλαίων
資本関係 しほんかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλαιουχική σχέση
資本家階級 しほんかかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αστική τάξη, κεφαλαιοκρατική τάξη
資源ごみ しげんごみ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακυκλώσιμα απορρίμματα, ανακυκλώσιμα σκουπίδια
資本主義者 しほんしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλαιοκράτης
資本参加 しほんさんか

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετοχή στο κεφάλαιο, μετοχική συμμετοχή
資産凍結 しさんとうけつ

ουσιαστικό

  1. 01 δέσμευση περιουσιακών στοιχείων
資源確保 しげんかくほ

ουσιαστικό

  1. 01 εξασφάλιση πόρων
資格を備える しかくをそなえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω τα προσόντα (για)
資性 しせい

ουσιαστικό

  1. 01 φύση, ιδιοσυγκρασία
資源問題 しげんもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα πόρων
資源管理 しげんかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση πόρων
資本主 しほんぬし

ουσιαστικό

  1. 01 επενδυτής, μέτοχος
資本自由化 しほんじゆうか

ουσιαστικό

  1. 01 απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων
資金計画 しきんけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο χρηματοδότησης, πρόγραμμα χρηματοδότησης, προγραμματισμός ρευστών διαθεσίμων
資本勘定 しほんかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλαιακός λογαριασμός