45 αποτελέσματα για «越»

越権代理 えっけんだいり

ουσιαστικό

  1. 01 αναρμόδια αντιπροσώπευση, έλλειψη εξουσιοδότησης αντιπροσώπου
越え ごえ

επίθημα

  1. 01 διάσχιση, πέρασμα
越境学習 えっきょうがくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 διασυνοριακή μάθηση
越水 えっすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερχείλιση (ποταμού), πλημμύρα
  1. 01 υπερβαίνω, ξεπερνώ
  2. 02 διασχίζω, περνάω απέναντι
  3. 03 μεταβαίνω
  4. 04 υπερβαίνω, ξεπερνώ
  5. 05 Βιετνάμ