78 αποτελέσματα για «輪»

輪回し わまわし

ουσιαστικό

  1. 01 κύλιση στεφανιού, παιχνίδι με στεφάνι
輪島塗り わじまぬり

ουσιαστικό

  1. 01 βερνίκι βατζιμανούρι
輪宝 りんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 τσακραράτνα, θησαυρός σε σχήμα τροχού που κατέχει ο ιδανικός παγκόσμιος κυρίαρχος, τον οποίο μεταφέρουν μπροστά του κατά τις εξορμήσεις του για να επιτρέπεται η εύκολη διέλευση
輪蔵 りんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 περιστρεφόμενη βιβλιοθήκη για ιερά κείμενα (σούτρα)
輪留め わどめ

ουσιαστικό

  1. 01 τάκος, αναστολέας τροχού, κράσπεδο στάθμευσης
  2. 02 κοπίλι ασφαλείας
輪行袋 りんこうぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 σάκος μεταφοράς ποδηλάτου, σάκος που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ποδηλάτου με τα μέσα μαζικής μεταφοράς
輪湖時代 りんこじだい

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή στα μέσα της δεκαετίας του 1970 που κυριαρχούνταν από τους πρωταθλητές σούμο Ουατζίμα και Κιτανούμι
輪鼓 りゅうご

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο σε σχήμα κλεψύδρας
  2. 02 είδος παραστατικής τέχνης σαρούγκακου με χρήση τέτοιου αντικειμένου
輪湖 りんこ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή στα μέσα της δεκαετίας του 1970, κατά την οποία κυριαρχούσαν οι μεγάλοι πρωταθλητές Ουατζίμα και Κιτανούμι
輪尾狐猿 わおきつねざる

ουσιαστικό

  1. 01 λεμούριος ο δακτυλιόουρος (Lemur catta)
輪紋海豹 わもんあざらし

ουσιαστικό

  1. 01 δακτυλιωτή φώκια (Pusa hispida)
輪紋ゴキブリ わもんゴキブリ

ουσιαστικό

  1. 01 αμερικανική κατσαρίδα (Periplaneta americana)
輪匙 りんひ

ουσιαστικό

  1. 01 θηλιά φακού (ιατρικό εργαλείο για την εξαγωγή φακού)
輪奈 わな

ουσιαστικό

  1. 01 θηλιά (κλωστής, σπάγκου κ.λπ.)
輪禍 りんか

ουσιαστικό

  1. 01 τροχαίο ατύχημα, αυτοκινητιστικό δυστύχημα
輪距 りんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 μετατρόχιο, πλάτος τροχιάς
輪業 りんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανία ποδηλάτων
輪奐 りんかん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλοπρεπές και εντυπωσιακό κτίριο
輪虫 わむし

ουσιαστικό

  1. 01 βαμούσι, περιστροφικό σκουλήκι
輪虫類 りんちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 ροτιφόρα, τροχοφόρα