82 αποτελέσματα για «輸»
輸入自由化 ゆにゅうじゆうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απελευθέρωση των εισαγωγών
輸送艦艇 ゆそうかんてい
ουσιαστικό
- 01 στρατιωτικό μεταγωγικό πλοίο
輸尿管 ゆにょうかん
ουσιαστικό
- 01 ουρητήρας
輸贏 ゆえい
ουσιαστικό
- 01 νίκη ή ήττα, κέρδος ή ζημία
輸卵管 ゆらんかん
ουσιαστικό
- 01 ωαγωγός, σάλπιγγες
輸出超過 ゆしゅつちょうか
ουσιαστικό
- 01 πλεόνασμα εξαγωγών
輸送問題 ゆそうもんだい
ουσιαστικό
- 01 πρόβλημα μεταφοράς
輸租田 ゆそでん
ουσιαστικό
- 01 φορολογήσιμος ορυζώνας (σύστημα ριτσουριό)
輸送形態 ゆそうけいたい
ουσιαστικό
- 01 μορφή μεταφοράς, τρόπος μεταφοράς
輸銀 ゆぎん
ουσιαστικό
- 01 τράπεζα εισαγωγών-εξαγωγών
輸入港 ゆにゅうこう
ουσιαστικό
- 01 λιμάνι εισαγωγής
輸入手形 ゆにゅうてがた
ουσιαστικό
- 01 συναλλαγματική εισαγωγής
輸入割り当て制度 ゆにゅうわりあてせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ποσοστώσεων εισαγωγών
輸入割り当て制 ゆにゅうわりあてせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ποσοστώσεων εισαγωγών
輸入課徴金 ゆにゅうかちょうきん
ουσιαστικό
- 01 επιπλέον χρέωση στις εισαγωγές
輸出手形 ゆしゅつてがた
ουσιαστικό
- 01 συναλλαγματική εξαγωγής
輸出保険 ゆしゅつほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση εξαγωγών
輸出信用状 ゆしゅつしんようじょう
ουσιαστικό
- 01 εξαγωγική ενέγγυα πίστωση
輸出検査 ゆしゅつけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εξαγωγών
輸出税 ゆしゅつぜい
ουσιαστικό
- 01 εξαγωγικοί δασμοί