72 αποτελέσματα για «迷»
迷いの世界 まよいのせかい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κόσμος της πλάνης, ο κόσμος των ανθρώπων, ο ετούτος κόσμος
迷路庭園 めいろていえん
ουσιαστικό
- 01 λαβύρινθος από φυτικούς φράχτες, κήπος λαβύρινθος
迷作 めいさく
ουσιαστικό
- 01 παράξενο αλλά με τον τρόπο του ενδιαφέρον έργο τέχνης
迷想 めいそう
ουσιαστικό
- 01 πλάνη, παρερμηνεία, αυταπάτη
迷迭香 まんねんろう
ουσιαστικό
- 01 δενδρολίβανο (μανενρό)
迷図 メイズ
ουσιαστικό
- 01 λαβύρινθος
迷惑駐車 めいわくちゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ενοχλητική στάθμευση, απρόσεκτη στάθμευση
迷曲 めいきょく
ουσιαστικό
- 01 παράξενο αλλά ενδιαφέρον τραγούδι
迷い星 まよいぼし
ουσιαστικό
- 01 πλανήτης
迷演 めいえん
ουσιαστικό
- 01 παράδοξη ερμηνεία, ερμηνεία που προκαλεί κατάπληξη
迷答 めいとう
ουσιαστικό
- 01 αστεία απάντηση, παράλογη απόκριση
- 02 γκάφα, λάθος
迷界 めいかい
ουσιαστικό
- 01 κόσμος των χαμένων, ανθρώπινος κόσμος, αυτός ο κόσμος
迷論 めいろん
ουσιαστικό
- 01 εσφαλμένο επιχείρημα, πλάνη, παράλογη άποψη
迷演技 めいえんぎ
ουσιαστικό
- 01 παράδοξη ερμηνεία, ερμηνεία που αφήνει άναυδο
迷コンビ めいコンビ
ουσιαστικό
- 01 παράξενο αλλά αστείο δίδυμο
迷光 めいこう
ουσιαστικό
- 01 αδέσποτο φως
迷鳥 めいちょう
ουσιαστικό
- 01 παρεκτρεπόμενο (μεταναστευτικό) πτηνό
迷訳 めいやく
ουσιαστικό
- 01 μπερδεμένη μετάφραση, δυσνόητη μετάφραση
迷路炎 めいじえん
ουσιαστικό
- 01 λαβυρινθίτιδα
迷惑の受身 めいわくのうけみ
ουσιαστικό
- 01 παθητική φωνή που εκφράζει ενόχληση (παθητική διάθεση που υποδηλώνει ότι το υποκείμενο υφίσταται κάτι δυσάρεστο)