58 αποτελέσματα για «逃»

逃避的 とうひてき

επίθετο

  1. 01 φυγόκοσμος, αποφευκτικός
逃げ馬 にげうま

ουσιαστικό

  1. 01 άλογο που προηγείται από την αρχή της κούρσας
逃がした魚は大きい にがしたさかなはおおきい

άλλο, επίθετο

  1. 01 το ψάρι που έχασες είναι πάντα το μεγαλύτερο
逃がし弁 にがしべん

ουσιαστικό

  1. 01 βαλβίδα εκτόνωσης, βαλβίδα αποσυμπίεσης, βαλβίδα ασφαλείας
逃竄 とうざん

ουσιαστικό

  1. 01 η πράξη της φυγής με σκοπό την απόκρυψη
逃亡犯罪人 とうぼうはんざいにん

ουσιαστικό

  1. 01 φυγόδικος, φυγάς εγκληματίας
逃げ遅れる にげおくれる

ρήμα

  1. 01 αποτυγχάνω να διαφύγω
逃避文学 とうひぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 λογοτεχνία φυγής
逃げ溝 にげみぞ

ουσιαστικό

  1. 01 αυλάκωση απομάκρυνσης, υποτομή
逃げ得 にげとく

ουσιαστικό

  1. 01 κέρδος μέσω διαφυγής (από τιμωρία, πληρωμή, κ.λπ.)
逃げ吠え にげぼえ

ουσιαστικό

  1. 01 γαύγισμα κατά την υποχώρηση
逃げ散る にげちる

ρήμα

  1. 01 διασκορπίζομαι, τρέπομαι σε φυγή
逃げて にげて

επιφώνημα

  1. 01 δραπέτευσε, φεύγα, τρέξε μακριά
逃げた魚は大きい にげたさかなはおおきい

άλλο, επίθετο

  1. 01 το ψάρι που γλίτωσε είναι πάντα το μεγαλύτερο
逃走中 とうそうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σε φυγή, καταζητούμενος
逃げ足が速い にげあしがはやい

άλλο, επίθετο

  1. 01 γρήγορος στη φυγή, βιαστικός στην υποχώρηση, βάζω τα πόδια στον ώμο, σπεύδω να απομακρυνθώ
逃げ足の速い にげあしのはやい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ευκίνητος στη φυγή, γρήγορος στο να το σκάσει
  1. 01 δραπετεύω
  2. 02 φεύγω
  3. 03 αποφεύγω (ευθύνη), αμελώ
  4. 04 αποφεύγω
  5. 05 απελευθερώνω