74 αποτελέσματα για «透»

透明ランナー とうめいランナー

ουσιαστικό

  1. 01 αόρατος δρομέας, αναπληρωματικός παίκτης που χρησιμοποιείται όταν μια ομάδα έχει λιγότερα από 9 μέλη
透水層 とうすいそう

ουσιαστικό

  1. 01 διαπερατό στρώμα, υδροπερατό στρώμα
透水性 とうすいせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαπερατότητα
透写紙 とうしゃし

ουσιαστικό

  1. 01 ριζόχαρτο
透析療法 とうせきりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοκάθαρση, θεραπεία αιμοκάθαρσης
透明水彩 とうめいすいさい

ουσιαστικό

  1. 01 υδατογραφία, διαφανής υδατογραφία (σε αντίθεση με την γκουάς), ακουαρέλα
透かさず すかさず

επίρρημα

  1. 01 χωρίς καθυστέρηση, αμέσως, πάραυτα, στιγμιαία, προθύμως, δίχως δισταγμό
透気性 とうきせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαπερατότητα αέρα, διαπνοή
透けて写る すけてうつる

ρήμα

  1. 01 διαφαίνομαι
透磁性 とうじせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαγνητική διαπερατότητα
透徹した とうてつした

άλλο

  1. 01 διαυγής, σαφής, διεισδυτικός
透り とおり

ουσιαστικό

  1. 01 διείσδυση (όπως αυτή του φωτός)
透過画像 とうかがぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ψηφιακή εικόνα με διαφανές φόντο
  2. 02 εικόνα μετάδοσης (ακτινογραφία κ.ά.)
透視度 とうしど

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια διαφάνεια, καθαρότητα (του νερού), ορατότητα (ειδικά για καταδύσεις)
透湿防水性素材 とうしつぼうすいせいそざい

ουσιαστικό

  1. 01 διαπνέον αδιάβροχο υλικό, αδιάβροχο ύφασμα που αναπνέει
透過原稿ユニット とうかげんこうユニット

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα διαφανειών
透過的 とうかてき

επίθετο

  1. 01 διαφανής
透過的データ とうかてきデータ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφανής (δεδομένα)
透視投影 とうしとうえい

ουσιαστικό

  1. 01 προοπτική προβολή
透視変換 とうしへんかん

ουσιαστικό

  1. 01 προοπτική μετατροπή