54 αποτελέσματα για «速»

速成科 そくせいか

ουσιαστικό

  1. 01 εντατικό τμήμα, ταχύρρυθμο πρόγραμμα σπουδών
速力度 そくりょくど

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα, ρυθμός
速効性肥料 そっこうせいひりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχέως δρών λίπασμα
速達郵便サービス そくたつゆうびんサービス

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία ταχυμεταφοράς
速度変換 そくどへんかん

ουσιαστικό

  1. 01 προσαρμογή ρυθμού
速度標語 そくどひょうご

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη τέμπο, σήμανση ρυθμού
速記符号 そっきふごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβολο στενογραφίας, στενογράφημα, στενογραφικός χαρακτήρας
速成法 そくせいほう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύρρυθμη μέθοδος, σύντομη οδός, ο βασιλικός δρόμος
速醸 そくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχεία ζύμωση (σάκε, μίσο, κ.λπ.)
速筋 そっきん

ουσιαστικό

  1. 01 ταχεία μυϊκή ίνα
速筋線維 そっきんせんい

ουσιαστικό

  1. 01 ταχεία μυϊκή ίνα, μυϊκή ίνα ταχείας συστολής
速弁 はやべん

ουσιαστικό

  1. 01 πακέτο γεύματος που πωλείται σε σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητοδρόμων
速弾き はやびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορο παίξιμο (έγχορδου οργάνου), shredding (π.χ. στην κιθάρα)
  1. 01 γρήγορος
  2. 02 γρήγορος