114 αποτελέσματα για «進»

進行度 しんこうど

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός εξέλιξης
進度 しんど N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρόοδος
進学率 しんがくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό συνέχισης των σπουδών σε ανώτερη εκπαιδευτική βαθμίδα
進上 しんじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροχή, προσφορά
進学塾 しんがくじゅく

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικό φροντιστήριο προετοιμασίας μαθητών για εισαγωγικές εξετάσεις, φροντιστήριο, προπαρασκευαστικό σχολείο
進行形 しんこうけい

ουσιαστικό

  1. 01 παρατατική μορφή
  2. 02 σε εξέλιξη, συνεχιζόμενος, υπό εξέλιξη
進士 しんし

ουσιαστικό

  1. 01 σινσί, κρατική εξέταση δημοσίων υπαλλήλων (βασισμένη κυρίως στην κλασική λογοτεχνία)· επιτυχών αυτής της εξέτασης
  2. 02 εξέταση για προαγωγή στο Υπουργείο Τελετών (βασισμένη κυρίως στα πολιτικά καθήκοντα και στα κινεζικά κλασικά κείμενα)· επιτυχών αυτής της εξέτασης
進化形 しんかけい

ουσιαστικό

  1. 01 εξελιγμένη μορφή, ανεπτυγμένη μορφή
進取 しんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοπόρος, δραστήριος, προοδευτικός
進入路 しんにゅうろ

ουσιαστικό

  1. 01 οδός πρόσβασης, δρόμος εισόδου
  2. 02 ράμπα εισόδου (σε αυτοκινητόδρομο), συνδετήρια οδός
  3. 03 διαδρομή προσέγγισης
進行性 しんこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτικός (αναφορικά με νόσο ή κατάσταση που επιδεινώνεται)
進行係 しんこうがかり

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος προγράμματος, συντονιστής, πρόεδρος συντονιστικής επιτροπής
進水 しんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθέλκυση πλοίου
進歩性 しんぽせい

ουσιαστικό

  1. 01 εφευρετικό βήμα, εφευρετικότητα (σε σχέση με την προγενέστερη στάθμη της τεχνικής)
進水式 しんすいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή καθέλκυσης, καθέλκυση πλοίου
進講 しんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση διάλεξης ενώπιον του Αυτοκράτορα, διδασκαλία προς τον Αυτοκράτορα
進歩党 しんぽとう

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτικό κόμμα
進退問題 しんたいもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα παραίτησης ή παραμονής ενός προσώπου στη θέση του
進取的 しんしゅてき

επίθετο

  1. 01 επιχειρηματικός, δραστήριος
進塁 しんるい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προχωρώ στην επόμενη βάση