88 αποτελέσματα για «遅»
遅日 ちじつ
ουσιαστικό
- 01 μακρά ανοιξιάτικη ημέρα
遅し おそし
άλλο
- 01 αργός
遅脈 ちみゃく
ουσιαστικό
- 01 βραδυφυγμία, αργός σφυγμός
遅読 ちどく
ουσιαστικό
- 01 αργή ανάγνωση
遅進児 ちしんじ
ουσιαστικό
- 01 μαθητής με αργό ρυθμό μάθησης
遅霜 おそじも
ουσιαστικό
- 01 όψιμος παγετός της άνοιξης
遅かりし由良之助 おそかりしゆらのすけ
άλλο
- 01 χάνω την ευκαιρία να κάνω κάτι, ενεργώ κατόπιν εορτής
遅延証明書 ちえんしょうめいしょ
ουσιαστικό
- 01 βεβαίωση καθυστέρησης (που εκδίδεται από σιδηροδρομική εταιρεία κ.λπ.)
遅延利息 ちえんりそく
ουσιαστικό
- 01 τόκος υπερημερίας, τόκος καθυστέρησης πληρωμής, τόκος λόγω αθέτησης, τόκος ληξιπρόθεσμων οφειλών, προσαύξηση λόγω καθυστέρησης
遅じまい おそじまい
ουσιαστικό
- 01 αργό κλείσιμο
遅発性ジスキネジア ちはつせいジスキネジア
ουσιαστικό
- 01 όψιμη δυσκινησία
遅着 ちちゃく
ουσιαστικό
- 01 καθυστερημένη άφιξη
遅払い ちはらい
ουσιαστικό
- 01 καθυστέρηση πληρωμής
遅効性肥料 ちこうせいひりょう
ουσιαστικό
- 01 βραδείας αποδέσμευσης λίπασμα
遅知恵 おそぢえ
ουσιαστικό
- 01 καθυστερημένη πνευματική ανάπτυξη, νοητική καθυστέρηση, όψιμη νοητική ωρίμανση
- 02 εκ των υστέρων σοφία, η γνωστή σε όλους σοφία μετά την αποτυχία
遅延登録 ちえんとうろく
ουσιαστικό
- 01 εκπρόθεσμη εγγραφή, καθυστερημένη εγγραφή
遅延センシティブ ちえんセンシティブ
ουσιαστικό
- 01 ευαίσθητος στην καθυστέρηση
遅延モード ちえんモード
ουσιαστικό
- 01 λειτουργία αναβολής
遅延回路 ちえんかいろ
ουσιαστικό
- 01 κύκλωμα καθυστέρησης
遅延広がり ちえんひろがり
ουσιαστικό
- 01 διασπορά καθυστέρησης