209 αποτελέσματα για «道»

道義 どうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική, ηθικές αρχές
道路脇 どうろわき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη του δρόμου, οδικό περιθώριο
道を聞く みちをきく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρωτώ για οδηγίες, ζητώ πληροφορίες για τον δρόμο
道半ば みちなかば

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 στα μισά του δρόμου, στη μέση μιας διαδρομής
道着 どうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 στολή που φοριέται στις πολεμικές τέχνες (τζούντο, κέντο, κ.λπ.)
道具箱 どうぐばこ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλειοθήκη
道具一式 どうぐいっしき

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά εργαλείων, εξοπλισμός, σετ
道士 どうし

ουσιαστικό

  1. 01 ταοϊστής
  2. 02 ηθικός άνθρωπος
  3. 03 βουδιστής μοναχός
  4. 04 αθάνατος μάγος του βουνού, ταοϊστής αθάνατος
道化る どうける

ρήμα

  1. 01 αστειεύομαι, κάνω τον παλιάτσο
道場破り どうじょうやぶり

ουσιαστικό

  1. 01 επίσκεψη σε άλλη σχολή (π.χ. κέντο) και νίκη εναντίον κάθε μέλους σε μονομαχία
道路工事 どうろこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 οδοποιία, έργα οδοποιίας, επισκευή δρόμων
道を探る みちをさぐる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναζητώ μονοπάτι, βρίσκω τον δρόμο μου
道を阻む みちをはばむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εμποδίζω τον δρόμο κάποιου
道内 どうない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός της Χοκάιντο
道路標識 どうろひょうしき

ουσιαστικό

  1. 01 πινακίδα οδικής σήμανσης, οδική σήμανση
道教 どうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταοϊσμός
道義的 どうぎてき

επίθετο

  1. 01 ηθικός
道草を食う みちくさをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρεκκλίνω της πορείας μου, καθυστερώ στον δρόμο, χάνω τον χρόνο μου
道楽者 どうらくもの

ουσιαστικό

  1. 01 ασώματος, καρδιοκατακτητής, ακόλαστος, γλεντζές, άτομο που ζει έκρυθμη ζωή
  2. 02 τεμπέλης
  3. 03 ερασιτέχνης, άνθρωπος με χόμπι
道徳心 どうとくしん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική αίσθηση, ηθική συνείδηση