54 αποτελέσματα για «違»
違令 いれい
ουσιαστικό
- 01 παραβίαση του νόμου
違約金条項 いやくきんじょうこう
ουσιαστικό
- 01 ρήτρα ποινής, όρος περί αθέτησης σύμβασης
違乱 いらん
ουσιαστικό
- 01 παράνομη εξέγερση, ταραχή
- 02 αταξία, αναταραχή
- 03 παράπονο, διαφωνία, αντίθεση
違式 いしき
ουσιαστικό
- 01 ανεπισημότητα, παράβαση του πρωτοκόλλου
違犯行為 いはんこうい
ουσιαστικό
- 01 παράβαση, παράπτωμα
違い箸 ちがいばし
ουσιαστικό
- 01 χρήση δύο διαφορετικών ξυλακίων φαγητού μαζί (παραβίαση των κανόνων ευγενείας)
違作 いさく
ουσιαστικό
- 01 μικρότερη σοδειά από την αναμενόμενη, φτωχή σοδειά, κακή συγκομιδή, αποτυχία καλλιέργειας
違変 いへん
ουσιαστικό
- 01 αθέτηση (συμβολαίου, υπόσχεσης, κ.λπ.)
違法建築 いほうけんちく
ουσιαστικό
- 01 παράνομη κατασκευή, αυθαίρετο κτίσμα
違法操業 いほうそうぎょう
ουσιαστικό
- 01 παράνομη αλιεία
違法改造 いほうかいぞう
ουσιαστικό
- 01 παράνομη μετατροπή (οχημάτων, μοτοσυκλετών κ.λπ.), παράνομη παραμετροποίηση, παράνομη τροποποίηση
違憲判決 いけんはんけつ
ουσιαστικό
- 01 απόφαση αντισυνταγματικότητας, κρίση περί αντισυνταγματικότητας
違憲判断 いけんはんだん
ουσιαστικό
- 01 απόφαση αντισυνταγματικότητας, κρίση αντισυνταγματικότητας
違
- 01 διαφορά
- 02 διαφέρω