63 αποτελέσματα για «郵»

郵政事業庁 ゆうせいじぎょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (Γιουσέι Τζιγκιό Τσό)
郵便はがき ゆうびんはがき

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική κάρτα
郵便私書箱 ゆうびんししょばこ

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική θυρίδα
郵券 ゆうけん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματόσημο
郵便年金 ゆうびんねんきん

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική σύνταξη
郵便書簡 ゆうびんしょかん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστολικό δελτάριο
郵便記号 ゆうびんきごう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομικό σύμβολο
郵政民営化担当大臣 ゆうせいみんえいかたんとうだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός αρμόδιος για την ιδιωτικοποίηση των ταχυδρομικών υπηρεσιών
郵便民営化 ゆうびんみんえいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιδιωτικοποίηση ταχυδρομικών υπηρεσιών (ιδιωτικοποίηση των Ιαπωνικών Ταχυδρομείων)
郵政事業民営化 ゆうせいじぎょうみんえいか

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικοποίηση της ταχυδρομικής υπηρεσίας
郵務局 ゆうむきょく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική υπηρεσία (εντός του υπουργείου ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών)
郵便差出箱 ゆうびんさしだしばこ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματοκιβώτιο, ταχυδρομικό κουτί
郵便区 ゆうびんく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική ζώνη διανομής, ταχυδρομική ζώνη
郵送費 ゆうそうひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα ταχυδρομείου, κόστος αποστολής
郵便法 ゆうびんほう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομικός νόμος
郵便受箱 ゆうびんうけばこ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματοκιβώτιο
郵便料 ゆうびんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομικά τέλη, ταχυδρομικά έξοδα
郵便本局 ゆうびんほんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικό ταχυδρομείο
郵便配達夫 ゆうびんはいたつふ

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρόμος
郵政研究所 ゆうせいけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο ταχυδρομικής και τηλεπικοινωνιακής πολιτικής, IPTP