137 αποτελέσματα για «都»

都合次第 つごうしだい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλογα με τις περιστάσεις, κατά την κρίση κάποιου
都々逸 どどいつ

ουσιαστικό

  1. 01 ντοντόιτσου, αντικαταληκτικό, μη μετρικό ιαπωνικό λαϊκό ερωτικό τραγούδι ή στιχούργημα σε μοτίβο συλλαβών 7-7-7-5
都府県 とふけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομοί (της Ιαπωνίας, εξαιρουμένου του Χοκάιντο)
都市型 としがた

ουσιαστικό

  1. 01 αστικού τύπου, αστικός
都市圏 としけん

ουσιαστικό

  1. 01 αστική περιοχή, μητροπολιτική περιοχή, μητροπολιτική περιφέρεια
都道府県別 とどうふけんべつ

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ανά νομό
都府 とふ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεύουσα, πόλη
都政 とせい

ουσιαστικό

  1. 01 μητροπολιτική διοίκηση (του Τόκιο)
都城 とじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κάστρο-πόλη
都市名 としめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα πόλης
都市銀行 としぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τράπεζα πόλης, μητροπολιτική τράπεζα
都立高校 とりつこうこう

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικό λύκειο (του Τόκιο)
都風 みやこふう

ουσιαστικό

  1. 01 αστικό στυλ, μητροπολιτικό
都合のよろしい つごうのよろしい

επίθετο

  1. 01 βολικός, εύκαιρος, κατάλληλος
都育ち みやこそだち

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που έχει μεγαλώσει στην πόλη
都議 とぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος μητροπολιτικού συμβουλίου
都営地下鉄 とえいちかてつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγειος σιδηρόδρομος Τόεϊ
都市ガス としガス

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό αέριο πόλης, αέριο δικτύου, αέριο που παρέχεται στα κτίρια μέσω σωληνώσεων
都会を離れる とかいをはなれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εγκαταλείπω την πόλη
都鄙 とひ

ουσιαστικό

  1. 01 πόλη και ύπαιθρος