119 αποτελέσματα για «酒»

酒家 しゅか

ουσιαστικό

  1. 01 κάβα, κατάστημα πώλησης σάκε, παμπ, μπαρ
  2. 02 πότης, μέθυσος
酒焼け さけやけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοκκίνισμα του προσώπου από το αλκοόλ
  2. 02 βραχνάδα της φωνής λόγω υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ
酒保 しゅほ

ουσιαστικό

  1. 01 κυλικείο, πρατήριο
酒壺 さかつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 δοχείο σάκε, στάμνα που περιέχει αλκοόλ
酒呑童子 しゅてんどうじ

ουσιαστικό

  1. 01 Σουτεντότζι, μυθικός ιαπωνικός δαίμονας (όνι) που ζούσε στο βουνό Όε
酒手 さかて

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα για ποτό
  2. 02 φιλοδώρημα, πουρμπουάρ
酒興 しゅきょう

ουσιαστικό

  1. 01 γλέντι, ευθυμία, κέφι
酒の気 さけのけ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μεθυσμένος, που δείχνει υπό την επήρεια αλκοόλ
酒の上で さけのうえで

άλλο

  1. 01 υπό την επήρεια αλκοόλ
酒税 しゅぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος οινοπνευματωδών, φόρος αλκοόλ
酒肉 しゅにく

ουσιαστικό

  1. 01 αλκοόλ και κρέας, φαγητό και ποτό
酒は百薬の長 さけはひゃくやくのちょう

άλλο

  1. 01 το κρασί είναι το καλύτερο από όλα τα φάρμακα
酒楼 しゅろう

ουσιαστικό

  1. 01 εστιατόριο
酒造業 しゅぞうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 οινοπνευματοποιία, βιομηχανία ποτοποιίας
酒毒 しゅどく

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηρίαση από οινόπνευμα
酒石酸 しゅせきさん

ουσιαστικό

  1. 01 τρυγικό οξύ
酒造家 しゅぞうか

ουσιαστικό

  1. 01 ζυθοποιός, οινοποιός, αποσταγματοποιός
酒気帯び運転 しゅきおびうんてん

ουσιαστικό

  1. 01 οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, μέθη κατά την οδήγηση
酒を過ごす さけをすごす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πίνω υπερβολική ποσότητα αλκοόλ
酒石 しゅせき

ουσιαστικό

  1. 01 τρυγία, τρυγικό άλας (όπως αυτό που σχηματίζεται κατά τη ζύμωση του κρασιού κ.λπ.)