219 αποτελέσματα για «野»
野中 のなか
ουσιαστικό
- 01 στη μέση χωραφιού
野卑 やひ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 χυδαίος, αγενής, ακατέργαστος, χωριάτικος, κακότροπος, ευτελής, ποταπός
野次馬根性 やじうまこんじょう
ουσιαστικό
- 01 περιεργη φύση, αδιακρισία, περιέργεια, τάση για κουτσομπολιό (ή παρακολούθηση ατυχημάτων)
野球選手 やきゅうせんしゅ
ουσιαστικό
- 01 παίκτης του μπέιζμπολ, αθλητής του μπέιζμπολ
野ざらし のざらし
ουσιαστικό
- 01 ταλαιπωρημένος από τις καιρικές συνθήκες
- 02 ξεθωριασμένο κρανίο
野放図 のほうず
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 άγριος, ανυπάκουος, αλαζονικός
- 02 ατελείωτος (π.χ. έξοδα), ανεξέλεγκτος, πληθωρικός (π.χ. αγριόχορτα)
野球場 やきゅうじょう
ουσιαστικό
- 01 γήπεδο μπέιζμπολ, στάδιο μπέιζμπολ
野垂れ死に のたれじに
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θάνατος στην άκρη του δρόμου, άδοξος θάνατος
野武士 のぶし
ουσιαστικό
- 01 περιπλανώμενος σαμουράι, μισθοφόρος στρατιώτης, ληστής, ορεινός ληστής
- 02 ερημίτης, ορεινός ασκητής, περιπλανώμενος ιερέας
野戦病院 やせんびょういん
ουσιαστικό
- 01 στρατιωτικό νοσοκομείο πεδίου
野心的 やしんてき
επίθετο
- 01 φιλόδοξος, δραστήριος
野火 のび
ουσιαστικό
- 01 φωτιές που ανάβονται στις αρχές της άνοιξης για το κάψιμο των ξερών χόρτων
- 02 δασική πυρκαγιά, αγροτική πυρκαγιά, πυρκαγιά σε χορτολιβαδική έκταση
野球帽 やきゅうぼう
ουσιαστικό
- 01 καπέλο του μπέιζμπολ
野花 のばな
ουσιαστικό
- 01 αγριολούλουδο
- 02 χάρτινα λουλούδια (ιδιαίτερα ως διακόσμηση σε κηδεία)
野生児 やせいじ
ουσιαστικό
- 01 αγριοπαιδο
野兎 やと
ουσιαστικό
- 01 αγριοκούνελο, λαγός
野人 やじん
ουσιαστικό
- 01 αγροίκος, χωριάτης, άνθρωπος της υπαίθρου
- 02 τραμπούκος, κακοποιός, ακαλλιέργητος άνθρωπος
- 03 μη πολιτικός, πολίτης, ιδιώτης
- 04 Γέρεν, θρυλικό ορεινό ανθρωποειδές (παρόμοιο με σακουάτς, γέτι κ.λπ.) της επαρχίας Χουμπέι της Κίνας
野菜類 やさいるい
ουσιαστικό
- 01 βρώσιμα χόρτα, φυλλώδη λαχανικά, λαχανικά
野辺 のべ
ουσιαστικό
- 01 πεδιάδα, αγρός
野次を飛ばす やじをとばす
άλλο, ρήμα
- 01 αποδοκιμάζω, γιουχάρω