51 αποτελέσματα για «量»

量化子 りょうかし

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοδείκτης
量水標 りょうすいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 υδρομετρικός σταθμός, υδρομετρική κλίμακα
量水器 りょうすいき

ουσιαστικό

  1. 01 υδρόμετρο
量子AI りょうしエーアイ

ουσιαστικό

  1. 01 κβαντική τεχνητή νοημοσύνη, κβαντική ΑΙ
量子情報科学 りょうしじょうほうかがく

ουσιαστικό

  1. 01 κβαντική πληροφορική
量産品 りょうさんひん

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόν μαζικής παραγωγής, είδος ευρείας κατανάλωσης
量子超越性 りょうしちょうえつせい

ουσιαστικό

  1. 01 κβαντική υπεροχή, κβαντικό πλεονέκτημα
量詞 りょうし

ουσιαστικό

  1. 01 ταξινομητής (στα κινεζικά), μετρητική λέξη
量子コンピューティング りょうしコンピューティング

ουσιαστικό

  1. 01 κβαντικοί υπολογισμοί
量定 りょうてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμέτρηση (της ποινής), δικαστικός προσδιορισμός
  1. 01 ποσότητα
  2. 02 μέτρο
  3. 03 βάρος
  4. 04 ποσό
  5. 05 θεωρώ, σκέφτομαι
  6. 06 εκτιμώ
  7. 07 εικάζω, υποθέτω