347 αποτελέσματα για «長»

長野 ながの

ουσιαστικό

  1. 01 Ναγκάνο (πόλη, νομός)
長寿 ちょうじゅ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 μακροζωία
  2. 02 μακρόβιος, μακροχρόνιος (π.χ. τηλεοπτικό πρόγραμμα)
おさ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, επικεφαλής, ηγέτης
  2. 02 ο μέγιστος (όλων των...)
長期的 ちょうきてき

επίθετο

  1. 01 μακροπρόθεσμος
長命 ちょうめい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μακροζωία
長机 ながづくえ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρόστενο γραφείο, μακρόστενο τραπέζι
長持ち ながもち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανθεκτικός, μακράς διαρκείας
  2. 02 ναγκαμότσι, μεγάλο παραλληλόγραμμο μπαούλο (για ρούχα, προσωπικά αντικείμενα κ.λπ.)
長槍 ながやり

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ δόρυ, λόγχη
長期休暇 ちょうききゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 παρατεταμένη άδεια, μεγάλη περίοδος διακοπών
長文 ちょうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη πρόταση
  2. 02 μακροσκελές κείμενο (π.χ. απόσπασμα, επιστολή, άρθρο, τηλεγράφημα)
長閑 のどか

επίθετο

  1. 01 γαλήνιος, ήρεμος, ήσυχος, ειρηνικός, γαλήνιος
  2. 02 ήπιος (για τον καιρό), εύκρατος
長者 ちょうじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκατομμυριούχος
  2. 02 ανώτερός μου, μεγαλύτερός μου, αρχαιότερός μου
  3. 03 ενάρετο και ευγενικό άτομο
  4. 04 ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής σε ταχυδρομική πόλη
  5. 05 αρχηγός ταχυδρομικής πόλης
長野県 ながのけん

ουσιαστικό

  1. 01 Νομός Ναγκάνο (περιοχή Τσούμπου)
長子 ちょうし

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότοκο παιδί
  2. 02 πρωτότοκος γιος
長刀 ちょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ σπαθί
長刀 なががたな

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ σπαθί, μακριά κατάνα
長蛇の列 ちょうだのれつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη ουρά, μακρύς σχηματισμός
長柄 ながえ

ουσιαστικό

  1. 01 μακριά λαβή, δόρυ με μακριά λαβή, μακρύ στέλεχος
長い目で見る ながいめでみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βλέπω μακροπρόθεσμα
長丁場 ながちょうば

ουσιαστικό

  1. 01 μακρόσυρτη διαδικασία, εξαντλητική προσπάθεια, μαραθώνιος, χρονοβόρα εργασία
  2. 02 μακρά σκηνή (σε θεατρικό έργο), μακροσκελής πράξη