269 αποτελέσματα για «開»

開城 かいじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση κάστρου, παράδοση φρουρίου, συνθηκολόγηση οχυρού
開始時刻 かいしじこく

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα έναρξης
開国 かいこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ίδρυση κράτους
  2. 02 άνοιγμα μιας χώρας στον κόσμο, τερματισμός της πολιτικής απομονωτισμού
開帳 かいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημόσια έκθεση (βουδιστικού αγάλματος), εμφάνιση (βουδιστικού αγάλματος)
  2. 02 αποκάλυψη (κάτι που υποτίθεται ότι παραμένει κρυφό)
  3. 03 άνοιγμα (χαρτοπαικτικής λέσχης), διοργάνωση (χαρτοπαιξίας)
開口部 かいこうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα
開催中 かいさいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σε εξέλιξη, υπό διεξαγωγή, ανοιχτός
開け ひらけ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, ξεκίνημα
  2. 02 πολιτισμός, διαφώτιση
開拓者 かいたくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοπόρος, άποικος, έποικος
開かずの間 あかずのま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο στο οποίο απαγορεύεται η είσοδος, κλειδωμένο δωμάτιο, δωμάτιο που δεν ανοίγει ποτέ
開業医 かいぎょうい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιώτης κλινικός ιατρός, γιατρός που ασκεί το επάγγελμα ιδιωτικά
開廷 かいてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεδρίαση δικαστηρίου, δίκη
開催日 かいさいび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία διεξαγωγής (εκδήλωσης, συνάντησης κ.λπ.)
開脚 かいきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα των ποδιών (σε μεγάλη απόσταση)
開陳 かいちん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατύπωση (απόψεων), έκφραση
開校 かいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα σχολείου
開発計画 かいはつけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο ανάπτυξης (πρόγραμμα, πρόγραμμα, πλάνο)
開口 かいこう

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 άνοιγμα, οπή (π.χ. φωτογραφικής μηχανής)
  2. 02 άνοιγμα του στόματος, έναρξη ομιλίας
  3. 03 ανοιχτός, ευρύς
開票 かいひょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταμέτρηση ψήφων, διαλογή ψηφοδελτίων
開闢 かいびゃく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή του κόσμου, δημιουργία
開店時間 かいてんじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα ανοίγματος (καταστήματος, εστιατορίου κ.λπ.)