218 αποτελέσματα για «関»
関東軍 かんとうぐん
ουσιαστικό
- 01 Στρατιά Κβαντούνγκ (ιαπωνικές ένοπλες δυνάμεις στη Μαντζουκούο)
関守 せきもり
ουσιαστικό
- 01 φύλακας διάβασης, φύλακας συνόρων
関心を払う かんしんをはらう
άλλο, ρήμα
- 01 δείχνω ενδιαφέρον για
関心を集める かんしんをあつめる
άλλο, ρήμα
- 01 προσελκύω ενδιαφέρον, συγκεντρώνω την προσοχή
関取 せきとり
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής σούμο που ανήκει στις κατηγορίες μακουούτσι (ανώτερη βαθμίδα) ή τζούριο (κατώτερη βαθμίδα)
関東一円 かんとういちえん
ουσιαστικό
- 01 ολόκληρη η περιοχή του Κάντο
関係省庁 かんけいしょうちょう
ουσιαστικό
- 01 συναρμόδια υπουργεία και υπηρεσίες, τα υπουργεία και οι υπηρεσίες που σχετίζονται με το εν λόγω ζήτημα, οι αρμόδιες αρχές
関節痛 かんせつつう
ουσιαστικό
- 01 αρθραλγία, πόνος στις αρθρώσεις
関係強化 かんけいきょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενίσχυση των σχέσεων
関八州 かんはっしゅう
ουσιαστικό
- 01 οι οκτώ επαρχίες του Καντό κατά την περίοδο Έντο (Σαγκάμι, Μουσάσι, Άγουα, Καζούσα, Σιμοούσα, Χιτάτσι, Κόουζουκε και Σιμοτσούκε)
関西電力 かんさいでんりょく
ουσιαστικό
- 01 Κανσάι Ελέκτρικ Πάουερ, Κέπκο
関 ぜき
επίθημα
- 01 τιμητικό επίθεμα που προστίθεται στα ονόματα των παλαιστών των κατηγοριών μακουούτσι και τζούριο
関ヶ原の戦い せきがはらのたたかい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 Μάχη της Σεκιγκαχάρα (1600)
関連法案 かんれんほうあん
ουσιαστικό
- 01 σχετικό νομοσχέδιο
関脇 せきわけ
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής σούμο της τρίτης ανώτερης βαθμίδας
関連商品 かんれんしょうひん
ουσιαστικό
- 01 σχετικό προϊόν
関心が高まる かんしんがたかまる
άλλο, ρήμα
- 01 αρχίζω να ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο για κάτι
関連情報 かんれんじょうほう
ουσιαστικό
- 01 σχετικές πληροφορίες, συναφείς πληροφορίες
関連付け かんれんづけ
ουσιαστικό
- 01 συσχέτιση, συνειρμός
関係者以外立入禁止 かんけいしゃいがいたちいりきんし
άλλο
- 01 απαγορεύεται η είσοδος σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα, απαγορεύεται η πρόσβαση σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, μόνο για εξουσιοδοτημένο προσωπικό