46 αποτελέσματα για «闇»

闇堕ち やみおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πέρασμα στη σκοτεινή πλευρά, προσχώρηση στις δυνάμεις του κακού
闇垢 やみアカ

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλακτικός λογαριασμός (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.), κρυφός λογαριασμός, δευτερεύων λογαριασμός
闇バイト やみバイト

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη περιστασιακή εργασία, αμφίβολης νομιμότητας περιστασιακή εργασία
闇夜の灯火 やみよのともしび

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φως μέσα στο σκοτάδι, οδηγός φάρος φωτός, θείο δώρο
闇の森 やみのもり

ουσιαστικό

  1. 01 Δάσος του Σκότους (φανταστικό δάσος)
  1. 01 σκοτεινιάζω
  2. 02 σκοτάδι
  3. 03 αταξία