100 αποτελέσματα για «降»
降雪量 こうせつりょう
ουσιαστικό
- 01 ποσότητα χιονόπτωσης
降神術 こうしんじゅつ
ουσιαστικό
- 01 πνευματισμός
降壇 こうだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατεβαίνω από το βήμα (ή την εξέδρα)
降級 こうきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβιβασμός, αποβιβασμός, πτώση, μείωση θέσης (ή βαθμού, κ.λπ.)
降車口 こうしゃぐち
ουσιαστικό
- 01 έξοδος επιβατών (για την αποβίβαση)
降圧剤 こうあつざい
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, αντιυπερτασικό
降魔術 こうまじゅつ
ουσιαστικό
- 01 δαιμονοκλησία, επίκληση δαιμόνων
降格人事 こうかくじんじ
ουσιαστικό
- 01 υποβιβασμός (στην ιεραρχία της εργασίας)
降灰 こうかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πτώση ηφαιστειακής τέφρας, ηφαιστειακή τέφρα που πέφτει
降霊会 こうれいかい
ουσιαστικό
- 01 συνεδρία πνευματισμού, σεάνς
降等 こうとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβιβασμός
降旗 こうき
ουσιαστικό
- 01 σημαία παράδοσης, λευκή σημαία
降り込める ふりこめる
ρήμα
- 01 βρέχω ή χιονίζω εγκλωβίζοντας τους ανθρώπους σε εσωτερικούς χώρους
降り場 おりば
ουσιαστικό
- 01 σημείο αποβίβασης (από λεωφορείο, λιφτ του σκι, κ.λπ.), σημείο αφετηρίας επιβατών (π.χ. για ταξί), αποβάθρα αποβίβασης, χώρος αποβίβασης, ράμπα εξόδου
降順 こうじゅん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 φθίνουσα σειρά
降着装置 こうちゃくそうち
ουσιαστικό
- 01 σύστημα προσγείωσης
降三世明王 ごうざんぜみょうおう
ουσιαστικό
- 01 Γκοζανζέ Μιοό, ο κατακτητής των τριών κόσμων
降機 こうき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποβίβαση (από αεροσκάφος ή διαστημόπλοιο)
降り募る ふりつのる
ρήμα
- 01 δυναμώνει η ένταση της βροχής ή του χιονιού
降っても照っても ふってもてっても
άλλο
- 01 είτε βρέχει είτε κάνει ήλιο, ανεξαρτήτως καιρού, σε κάθε περίπτωση