65 αποτελέσματα για «限»
限界貯蓄性向 げんかいちょちくせいこう
ουσιαστικό
- 01 οριακή ροπή προς αποταμίευση
限界収入 げんかいしゅうにゅう
ουσιαστικό
- 01 οριακό έσοδο
限界生産物逓減の法則 げんかいせいさんぶつていげんのほうそく
ουσιαστικό
- 01 νόμος της φθίνουσας οριακής απόδοσης
限月 げんげつ
ουσιαστικό
- 01 μήνας συμβολαίου, μήνας παράδοσης (σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης)
限定用法 げんていようほう
ουσιαστικό
- 01 περιοριστικός (χρήση)
限界検査 げんかいけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος οριακών τιμών, οριακός έλεγχος
限界試験 げんかいしけん
ουσιαστικό
- 01 οριακός έλεγχος
限定子 げんていし
ουσιαστικό
- 01 προσδιοριστής
限定保証 げんていほしょう
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένες εγγυήσεις
限度検査 げんどけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος ορίων
限外濾過 げんがいろか
ουσιαστικό
- 01 υπερδιήθηση
限量子 げんりょうし
ουσιαστικό
- 01 ποσοτικός προσδιοριστής
限定形容詞 げんていけいようし
ουσιαστικό
- 01 επιθετικός προσδιορισμός
限外顕微鏡 げんがいけんびきょう
ουσιαστικό
- 01 υπερμικροσκόπιο
限外ろ過膜 げんがいろかまく
ουσιαστικό
- 01 μεμβράνη υπερδιήθησης
限流 げんりゅう
άλλο
- 01 περιορισμός ρεύματος
限局性腸炎 げんきょくせいちょうえん
ουσιαστικό
- 01 περιοχική εντερίτιδα, νόσος του Crohn
限度見本 げんどみほん
ουσιαστικό
- 01 δείγμα ορίων, δείγμα ελάχιστης αποδοχής
限界分析 げんかいぶんせき
ουσιαστικό
- 01 οριακή ανάλυση
限嗣相続 げんしそうぞく
ουσιαστικό
- 01 κληρονομική διαδοχή με περιορισμό (στο κοινό δίκαιο της Δύσης), αναπαλλοτρίωτη κληρονομική περιουσία