105 αποτελέσματα για «陸»
陸離 りくり
άλλο, επίρρημα
- 01 εκθαμβωτικός, λαμπρός
陸援隊 りくえんたい
ουσιαστικό
- 01 ρικουεντάι, αντισσογκουνικός στρατός που σχηματίστηκε στο Κιότο το 1867 από τον Νακαόκα Σιντάρο
陸将 りくしょう
ουσιαστικό
- 01 στρατηγός, αντιστράτηγος
陸曹 りくそう
ουσιαστικό
- 01 υπαξιωματικός
陸送 りくそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χερσαία μεταφορά
陸運局 りくうんきょく
ουσιαστικό
- 01 περιφερειακή υπηρεσία χερσαίων μεταφορών (δηλαδή οργανισμός οδικής κυκλοφορίας)
陸軍幼年学校 りくぐんようねんがっこう
ουσιαστικό
- 01 προπαρασκευαστική στρατιωτική σχολή (για τον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό)
陸岸 りくがん
ουσιαστικό
- 01 ξηρά, ακτή
陸トレ りくトレ
ουσιαστικό
- 01 προπόνηση στην ξηρά (π.χ. κολύμπι, σέρφινγκ)
陸将補 りくしょうほ
ουσιαστικό
- 01 υποστράτηγος (Ιαπωνικός Στρατός Ξηράς)
陸ガメ りくガメ
ουσιαστικό
- 01 χελώνη ξηράς
陸を行く りくをいく
άλλο, ρήμα
- 01 ταξιδεύω μέσω ξηράς, μετακινούμαι χερσαίως
陸繋島 りくけいとう
ουσιαστικό
- 01 συνδεδεμένο νησί, νησί συνδεδεμένο με τη στεριά (τομπολό)
陸釣り おかづり
ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα από την ξηρά
陸屋根 ろくやね
ουσιαστικό
- 01 επίπεδη στέγη
陸行 りっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξιδεύω ξηράς
陸封 りくふう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περίκλειστος (για λίμνη ή πληθυσμό ψαριών που δεν έχει πρόσβαση στη θάλασσα)
陸産 りくさん
ουσιαστικό
- 01 χερσαία προϊόντα
陸地面積 りくちめんせき
ουσιαστικό
- 01 χερσαία έκταση (μιας χώρας, μιας ηπείρου κ.λπ.)
陸上幕僚監部 りくじょうばくりょうかんぶ
ουσιαστικό
- 01 Γραφείο Επιτελείου Ξηράς