57 αποτελέσματα για «雄»

雄日芝 おひしば

ουσιαστικό

  1. 01 ινδική ελευσίνη (Eleusine indica)
雄親 ゆうしん

ουσιαστικό

  1. 01 πατέρας, αρσενικός γονέας
雄性ホルモン ゆうせいホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρική ορμόνη
雄コネクタ おすコネクタ

ουσιαστικό

  1. 01 αρσενικός συνδετήρας
雄弁は銀、沈黙は金 ゆうべんはぎん、ちんもくはきん

άλλο

  1. 01 η ευγλωττία είναι ασήμι, η σιωπή είναι χρυσός
雄蛭木 おひるぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρη μαγκρόβια (Bruguiera gymnorrhiza)
雄之万年草 おのまんねんぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος παχύφυτου (Sedum lineare)
雄刈萱 おがるかや

ουσιαστικό

  1. 01 ογκαρούκαγια (είδος αγρωστώδους που συγγενεύει στενά με το λεμονόχορτο)
雄羊歯 おしだ

ουσιαστικό

  1. 01 αρσενική δρυοπτερίδα (Dryopteris crassirhizoma), είδος φτέρης με χοντρό στέλεχος
雄心勃々 ゆうしんぼつぼつ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 φιλόδοξος, επιδιώκων υψηλούς στόχους
雄っぱい おっぱい

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ μεγάλοι θωρακικοί μύες (σε άνδρα)
雄臭い おすくさい

επίθετο

  1. 01 ανδροπρεπής μυρωδιά, που μυρίζει άντρας
雄弁術 ゆうべんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρητορική, τέχνη της δημόσιας ομιλίας
雄豚 おすぶた

ουσιαστικό

  1. 01 αγριογούρουνο, αρσενικός χοίρος
雄性配偶体 ゆうせいはいぐうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αρσενικό γαμετόφυτο, μικρογαμετόφυτο
雄臭 おすしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 οσμή κάπρου, χαρακτηριστική μυρωδιά αρσενικού ζώου
  2. 02 μοσχοβολιστή αρσενική οσμή, ανδρική σωματική οσμή
  1. 01 αρσενικός
  2. 02 αρσενικός
  3. 03 ήρωας
  4. 04 αρχηγός
  5. 05 υπεροχή
  6. 06 αριστεία