116 αποτελέσματα για «雑»

雑人 ぞうにん

ουσιαστικό

  1. 01 ταπεινό άτομο, άτομο χαμηλής κοινωνικής θέσης, κοινός θνητός
雑記帳 ざっきちょう

ουσιαστικό

  1. 01 τετράδιο σημειώσεων, πρόχειρο τετράδιο
雑感 ざっかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορες σκέψεις (σχετικά με), ποικίλες εντυπώσεις
雑居房 ざっきょぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κελί πολλαπλών κρατουμένων, κοινόχρηστο κελί
雑記 ざっき

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορες σημειώσεις
雑駁 ざっぱく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μπερδεμένος, αντιφατικός, ασυνάρτητος, ανομοιογενής
雑嚢 ざつのう

ουσιαστικό

  1. 01 σάκος ταξιδιού
雑文 ざつぶん

ουσιαστικό

  1. 01 λογοτεχνικό ανακάτεμα, συλλογή ποικίλης ύλης
雑器 ざっき

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορα σκεύη, ποικίλα δοχεία
  2. 02 μικρό ξύλινο πιάτο πάνω στο οποίο τοποθετούνται προσφορές για ένα σιντοϊστικό οικιακό εικονοστάσι
雑貨商 ざっかしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παντοπώλης, καταστηματάρχης γενικού εμπορίου
雑色 ざっしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ποικίλα χρώματα, διάφορα χρώματα
雑報 ざっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 γενικές ειδήσεις, ποικίλες ειδήσεις
雑巾掛け ぞうきんがけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθάρισμα με πανί (πατώματα κ.λπ.)
  2. 02 βρώμικη δουλειά, ταπεινή εργασία, δουλειά μαθητευόμενου
雑誌記事 ざっしきじ

ουσιαστικό

  1. 01 άρθρο περιοδικού
雑話 ざつわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φλυαρία, κουβεντολόι
雑種犬 ざっしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 ημίαιμος σκύλος
雑役夫 ざつえきふ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης, μαστροχαλαστής
雑書 ざっしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ποικίλα βιβλία
雑品 ざっぴん

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορα είδη, μικροπράγματα
雑物 ざつぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορα αντικείμενα, άχρηστα πράγματα