170 αποτελέσματα για «雪»

雪兎 ゆきうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός λαγός, ορεινός λαγός
  2. 02 λαγός φτιαγμένος από χιόνι με φύλλα για αυτιά και κόκκινα μούρα για μάτια
雪渓 せっけい

ουσιαστικό

  1. 01 χιονισμένη χαράδρα
雪隠 せっちん

ουσιαστικό

  1. 01 τουαλέτα, αποχωρητήριο
雪空 ゆきぞら

ουσιαστικό

  1. 01 συννεφιασμένος ουρανός που προμηνύει χιονόπτωση
雪柳 ゆきやなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σπειραία του Τούνμπεργκ (Spiraea thunbergii)
雪下ろし ゆきおろし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνεμος που μεταφέρει χιόνι κατηφορικά από ένα βουνό
  2. 02 απομάκρυνση χιονιού από τη στέγη ενός σπιτιού
雪豹 ゆきひょう

ουσιαστικό

  1. 01 χιoνολεοπάρδαλη (Panthera uncia), ουγκιά
雪景 せっけい

ουσιαστικό

  1. 01 χιονισμένο τοπίο
雪解 ゆきげ

ουσιαστικό

  1. 01 λιώσιμο του χιονιού
  2. 02 νερό από το λιωμένο χιόνι
雪花石膏 せっかせっこう

ουσιαστικό

  1. 01 αλάβαστρο
雪代 ゆきしろ

ουσιαστικό

  1. 01 χιόνι που λιώνει, λιωμένο χιόνι
雪混じり ゆきまじり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι αναμεμειγμένο με χιόνι
雪夜 ゆきよ

ουσιαστικό

  1. 01 χιονισμένη νύχτα
雪あかり ゆきあかり

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινότητα του χιονιού, αντανακλώμενο φως του χιονιού, φως του χιονιού
雪嵐 ゆきあらし

ουσιαστικό

  1. 01 χιονοθύελλα, χιονοκαταιγίδα
雪靴 ゆきぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 μπότες χιονιού
  2. 02 γιουκί-γκουτσού, παραδοσιακές ιαπωνικές μπότες χιονιού φτιαγμένες από άχυρο
雪の花 ゆきのはな

ουσιαστικό

  1. 01 γαλανθός (γένος Galanthus)
  2. 02 χιόνι που πέφτει σαν πέταλα λουλουδιών, χιόνι πάνω σε δέντρο που μοιάζει με λουλούδι
  3. 03 κόκκινο χιόνι
雪模様 ゆきもよう

ουσιαστικό

  1. 01 καιρός που προμηνύει χιόνι
  2. 02 σχέδιο με νιφάδες χιονιού
雪虫 ゆきむし

ουσιαστικό

  1. 01 έντομα που εμφανίζονται στο Τοχόκου και το Χοκάιντο στα τέλη του φθινοπώρου ή στις αρχές του χειμώνα (ιδίως η βαμβακάδα της μηλιάς)
  2. 02 έντομα που εμφανίζονται πάνω από το χιόνι στις αρχές της άνοιξης (ιδίως συγκεκριμένα είδη μικρής χειμερινής πλεκόπτερης και σκνίπας)
雪庇 せっぴ

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχον χιόνι, χιονοκορνίζα