159 αποτελέσματα για «面»

面倒見の良い めんどうみのよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 πολύ φροντιστικός, ευγενικός, εξυπηρετικός, με διάθεση για προσφορά
面食い めんくい

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που ελκύεται αποκλειστικά από την εξωτερική εμφάνιση, άνθρωπος που δίνει μεγάλη βαρύτητα στην εξωτερική εμφάνιση
面汚し つらよごし

ουσιαστικό

  1. 01 ντροπή, ατίμωση
面目が立つ めんもくがたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 σώζω την υπόληψή μου, διατηρώ το κύρος μου, δεν χάνω το πρόσωπό μου
面目次第 めんぼくしだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο, τιμή, υπόληψη, κύρος, αξιοπρέπεια, φήμη
面貌 めんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση
面倒がる めんどうがる

ρήμα

  1. 01 αποφεύγω να κάνω κάτι επειδή μου φαίνεται μπελαλίδικο, θεωρώ κάτι ενοχλητικό
面会室 めんかいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο επισκεπτηρίου, αίθουσα συνάντησης
面通し めんとおし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγνώριση υπόπτων, παράταξη υπόπτων για αναγνώριση
面が割れる めんがわれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναγνωρίζομαι
面舵 おもかじ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά πλευρά πλοίου
面上 めんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στο πρόσωπο κάποιου, το πρόσωπο κάποιου
  2. 02 κατ' ιδίαν συνάντηση, δια ζώσης επικοινωνία
面映い おもはゆい

επίθετο

  1. 01 αμήχανος, αυτοσυνείδητος, ντροπαλός, συγχυσμένος
面頬 めんぽお

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπίδα, προστατευτικό προσώπου
  2. 02 προμετωπίδα, γείσο
面白 おもしろ

άλλο

  1. 01 διασκεδαστικός, αστείος, ενδιαφέρων
面罵 めんば

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατά πρόσωπο ύβρη
面会日 めんかいび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα επισκεπτηρίου
面皰 にきび

ουσιαστικό

  1. 01 σπυράκι, ακμή
面子が揃う メンツがそろう

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπληρώνω τετράδα
  2. 02 συγκεντρώνω όλη την παρέα, συγκεντρώνω το πλήρες επιτελείο (παικτών, ερμηνευτών κ.λπ.)
面接試験 めんせつしけん

ουσιαστικό

  1. 01 συνέντευξη, προφορική εξέταση