48 αποτελέσματα για «革»

革偏 かわへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό του δέρματος (ριζικό 177)
革新者 かくしんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καινοτόμος
革威 かわおどし

ουσιαστικό

  1. 01 δέσιμο πλακών με δερμάτινα κορδόνια (σε παραδοσιακές πανοπλίες)
革パン かわパン

ουσιαστικό

  1. 01 δερμάτινο παντελόνι
革鎧 かわよろい

ουσιαστικό

  1. 01 δερμάτινη πανοπλία
革命的共産主義者同盟 かくめいてききょうさんしゅぎしゃどうめい

ουσιαστικό

  1. 01 Επαναστατική Κομμουνιστική Ένωση
革労協 かくろうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κακουροκιό (συντομογραφία)
  1. 01 δέρμα
  2. 02 δέρμα
  3. 03 μεταρρύθμιση
  4. 04 σοβαρεύω