87 αποτελέσματα για «順»

順番付ける じゅんばんづける

άλλο, ρήμα

  1. 01 τοποθετώ σε σειρά, βάζω σε διαδοχή
順縁 じゅんえん

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοϊκή συνθήκη (για την εισαγωγή στον ιερατικό κλήρο)
  2. 02 θάνατος με τη σειρά (από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο)
順走 じゅんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλέω με τον άνεμο στην πρύμνη
順法闘争 じゅんぽうとうそう

ουσιαστικό

  1. 01 απεργία επιβράδυνσης, εργασιακή επιβράδυνση
順序数 じゅんじょすう

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός αριθμός
順を追って じゅんをおって

άλλο, επίρρημα

  1. 01 με τη σειρά, από την αρχή ως το τέλος
順ファイル じゅんファイル

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλουχιακό αρχείο
順呼出し じゅんよびだし

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχική προσπέλαση
順次アクセス じゅんじアクセス

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακή πρόσβαση, διαδοχική προσπέλαση
順次走査 じゅんじそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχική σάρωση
順序回路 じゅんじょかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 ακολουθιακό κύκλωμα
順序制御 じゅんじょせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιεράρχηση, διαδοχικός έλεγχος
順序性 じゅんじょせい

ουσιαστικό

  1. 01 ιεράρχηση, ευθυγράμμιση
順序探索 じゅんじょたんさく

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική αναζήτηση
順序番号 じゅんじょばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός σειράς
順序付ける じゅんじょづける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ταξινομώ, βάζω σε σειρά
順序木 じゅんじょぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διατεταγμένο δέντρο
順序列型 じゅんじょれつがた

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος ακολουθίας
順読み じゅんよみ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγνωση με τη σειρά
順番検査 じゅんばんけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος ακολουθίας