45 αποτελέσματα για «預»

預流 よる

ουσιαστικό

  1. 01 σοταπάνα, σροταπάνα, εκείνος που εισέρχεται στο ρεύμα (της φώτισης), εκείνος που μπαίνει στο ρεύμα
預託在庫 よたくざいこ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθεμα παρακαταθηκης
預金封鎖 よきんふうさ

ουσιαστικό

  1. 01 πάγωμα τραπεζικού λογαριασμού
預貸 よたい

ουσιαστικό

  1. 01 χορηγήσεις και καταθέσεις
  1. 01 καταθέτω
  2. 02 φύλαξη
  3. 03 αφήνω σε
  4. 04 εμπιστεύομαι σε