47 αποτελέσματα για «飯»

飯盛石 いいもりせき

ουσιαστικό

  1. 01 ιιμοριίτης
飯饌 パンチャン

ουσιαστικό

  1. 01 παντσάν, συνοδευτικά πιάτα που συνοδεύουν ένα τυπικό κορεατικό γεύμα
飯綱使い いづなつかい

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας ιζούνα (πνεύμα που μοιάζει με αλεπού)
飯マズ メシマズ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κακό μαγείρεμα, άνοστο φαγητό
  2. 02 θλίψη βλέποντας την ευτυχία των άλλων
飯田産業 いいださんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιίντα Χόουμ Μαξ
飯田女子短大 いいだじょしたんだい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιίντα Τζόσι Ταντάι
  1. 01 γεύμα
  2. 02 βρασμένο ρύζι