79 αποτελέσματα για «養»

養魚池 ようぎょち

ουσιαστικό

  1. 01 ιχθυοτροφική δεξαμενή, λίμνη ιχθυοκαλλιέργειας
養嗣子 ようしし

ουσιαστικό

  1. 01 θετός κληρονόμος
養魚場 ようぎょじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιχθυοτροφείο
養い育てる やしないそだてる

ρήμα

  1. 01 ανατρέφω, φροντίζω, μεγαλώνω
養魚 ようぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιχθυοκαλλιέργεια, εκτροφή ψαριών
養鶏業 ようけいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πτηνοτροφία, πτηνοτροφικός κλάδος
養殖魚 ようしょくぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτρεφόμενο ψάρι, ιχθυοκαλλιεργημένο ψάρι
養い子 やしないご

ουσιαστικό

  1. 01 θετό παιδί
養和 ようわ

ουσιαστικό

  1. 01 Γιοουά, εποχή της ιαπωνικής ιστορίας (14 Ιουλίου 1181 - 27 Μαΐου 1182)
養鯉 ようり

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφή κυπρίνων
養老保険 ようろうほけん

ουσιαστικό

  1. 01 μικτή ασφάλεια ζωής
養毛剤 ようもうざい

ουσιαστικό

  1. 01 λοσιόν τριχοφυΐας
養鶏家 ようけいか

ουσιαστικό

  1. 01 πτηνοτρόφος
養護学級 ようごがっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολείο για άτομα με αναπηρία, ειδικό σχολείο
養殖真珠 ようしょくしんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργημένο μαργαριτάρι
養畜 ようちく

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφή ζώων, κτηνοτροφία
養老律令 ようろうりつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 Κώδικας Γιορό (εκδόθηκε το 757 μ.Χ.)
養老令 ようろうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 Κώδικας Γιορό (θεσπίστηκε το 757 μ.Χ.)
養護ホーム ようごホーム

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, γηροκομείο
養方 ようかた

ουσιαστικό

  1. 01 θετός γονέας