194 αποτελέσματα για «馬»

馬鹿っぽい ばかっぽい

επίθετο

  1. 01 ανόητος, χαζός
馬鈴薯 ばれいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πατάτα (Solanum tuberosum)
馬頭 めず

ουσιαστικό

  1. 01 δαίμονας με κεφάλι αλόγου (στην κόλαση)
馬鹿にできない ばかにできない

άλλο

  1. 01 κάποιος ή κάτι που δεν επιδέχεται υποτίμηση
馬鹿の一つ覚え ばかのひとつおぼえ

άλλο

  1. 01 αυτός που γνωρίζει λίγα και τα επαναλαμβάνει συνεχώς, η μοναδική γνώση ενός ανόητου
馬体 ばたい

ουσιαστικό

  1. 01 σώμα αλόγου
馬方 うまかた

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγιάτης αλόγων
馬耳東風 ばじとうふう

ουσιαστικό

  1. 01 βαζιτόφου, πλήρης αδιαφορία, μιλάω σε τοίχο, κηρύττω σε ώτα μη ακουόντων
馬鹿面 ばかづら

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητη έκφραση, χαζό ύφος στο πρόσωπο
馬房 ばぼう

ουσιαστικό

  1. 01 στάβλος (δηλαδή ο χώρος για το άλογο σε έναν στάβλο)
馬身 ばしん

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος ίππου
馬面 うまづら

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ και στενό πρόσωπο
  2. 02 ουμαζούρα (είδος ψαριού)
馬脚を現す ばきゃくをあらわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκαλύπτω τον πραγματικό μου χαρακτήρα, δείχνω το πραγματικό μου πρόσωπο, προδίδομαι, αποκαλύπτομαι (για ψέμα κ.λπ.)
馬肉 ばにく

ουσιαστικό

  1. 01 κρέας αλόγου, ιπποκρέας
馬印 うまじるし

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικό λάβαρο που υψώνεται δίπλα στο άλογο ενός αρχηγού (ουματζιρούσι)
馬刺し ばさし

ουσιαστικό

  1. 01 σασίμι αλόγου, σασίμι από κρέας αλόγου, μπασάσι
馬市 うまいち

ουσιαστικό

  1. 01 ιππαγορά, παζάρι αλόγων
馬主 うまぬし

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης ίππου (ειδικότερα αγωνιστικού ίππου)
  2. 02 εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης (αγωνιστικού ίππου)
馬匹 ばひつ

ουσιαστικό

  1. 01 άλογα
馬の耳に念仏 うまのみみにねんぶつ

άλλο

  1. 01 κηρύττω σε κωφούς, ψέλνω το νενμπουτσου στο αυτί αλόγου