60 αποτελέσματα για «駆»

駆逐戦車 くちくせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκινούμενο αντιαρματικό πυροβόλο, αντιαρματικό όχημα
駆虫 くちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόντωση εντόμων, καταπολέμηση παρασίτων, απεντόμωση
駆け込み訴え かけこみうったえ

ουσιαστικό

  1. 01 παράκαμψη των συνήθων νομικών διαδικασιών και απευθείας έκκληση σε ανώτατο αξιωματούχο (περίοδος Έντο)
駆虫剤 くちゅうざい

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοκτόνο, απωθητικό εντόμων
駆潜艇 くせんてい

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγός υποβρυχίων
駆虫薬 くちゅうやく

ουσιαστικό

  1. 01 ανθελμινθικό, αποπαρασιτικό, παρασιτοκτόνο
  2. 02 εντομοαπωθητικό
駆けっ競 かけっくら

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου, σπριντ
駆られる かられる

ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνομαι από (συναίσθημα, παρόρμηση κ.λπ.), παρασύρομαι από, κυριεύομαι από, διακατέχομαι από, ωθούμαι από, παρακινούμαι από, υποκύπτω σε
駆動軸 くどうじく

ουσιαστικό

  1. 01 κινητήριος άξονας
駆水 くすい

ουσιαστικό

  1. 01 αφυδατωτικός
駆けつけ三杯 かけつけさんばい

ουσιαστικό

  1. 01 τρία ποτήρια σάκε που υποχρεούνται να πιουν όσοι έρχονται αργοπορημένα σε μια γιορτή
駆け競 かけくら

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου
駆け出し者 かけだしもの

ουσιαστικό

  1. 01 αρχάριος, πρωτάρης
駆風剤 くふうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιτυμπανικός (φάρμακο που αποβάλλει τα αέρια από το γαστρεντερολογικό σύστημα)
駆風薬 くふうやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιτυμπανικό φάρμακο, ίαμα για τους κολικούς
駆け通し かけどおし

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο τρέξιμο, σπριντ, δρόμος
駆動型 くどうがた

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδηγούμενος (π.χ. καθοδηγούμενος από δεδομένα)
駆動系 くどうけい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα μετάδοσης κίνησης, σύστημα μετάδοσης
駆動部 くどうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα κίνησης, τμήμα κίνησης, μηχανισμός κίνησης
  1. 01 οδηγώ, κινούμαι, ωθώ
  2. 02 τρέχω
  3. 03 καλπάζω
  4. 04 προχωρώ, προάγω
  5. 05 εμπνέω, παρακινώ
  6. 06 ωθώ, παρακινώ