149 αποτελέσματα για «骨»

骨惜しみ ほねおしみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφυγή κόπου, οκνηρία
骨董品屋 こっとうひんや

ουσιαστικό

  1. 01 αντικερί
骨柄 こつがら

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική διάπλαση, σωματότυπος, εμφάνιση
骨なし ほねなし

ουσιαστικό

  1. 01 ξεκοκαλισμένος (για φιλέτο, κ.λπ.), χωρίς κόκαλα
  2. 02 στερούμενος (ηθικής) πεποίθησης, χωρίς αρχές, δειλός, αναποφάσιστος
骨密度 こつみつど

ουσιαστικό

  1. 01 οστική πυκνότητα
骨粉 こっぷん

ουσιαστικό

  1. 01 οστεάλευρο, κονιορτοποιημένο οστό
骨粗鬆症 こつそしょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 οστεοπόρωση
骨箱 こつばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί φύλαξης της τέφρας του νεκρού, κουτί στο οποίο τοποθετείται η νεκρική τεφροδόχος
骨董市 こっとういち

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθρια αγορά αντίκες, παζαράκι
骨を休める ほねをやすめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκουράζομαι, παίρνω μια ανάσα, κάνω διάλειμμα μετά την εργασία
骨法 こっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιοτεχνία, ο τρόπος για να γίνει κάτι σωστά
骨細 ほねぼそ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 λεπτοκαμωμένος, λιπόσαρκος
骨灰 こっかい

ουσιαστικό

  1. 01 τέφρα οστών, η στάχτη που απομένει μετά την καύση νεκρών
骨化 こっか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οστεοποίηση
骨壷 こつつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 τεφροδόχος, κάλπη, δοχείο αποτεφρώματος
骨っぽい ほねっぽい

επίθετο

  1. 01 κοκαλιάρης, σκληροτράχηλος, θαρραλέος, δυναμικός, δύσκολος στον χειρισμό
骨相学 こっそうがく

ουσιαστικό

  1. 01 κοσσογκάκου (η μελέτη των χαρακτηριστικών του κρανίου για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα και των πνευματικών ικανοτήτων)
骨材 こつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδρανές υλικό
骨拾い こつひろい

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή των οστών του θανόντος μετά την αποτέφρωση
骨肉腫 こつにくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 οστεοσάρκωμα