42 αποτελέσματα για «鳴»

鳴門教育大学 なるときょういくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο του Ναρούτο
  1. 01 κελαηδώ, τιτιβίζω
  2. 02 φωνάζω, ουρλιάζω
  3. 03 γαβγίζω
  4. 04 ηχώ, κάνω ήχο
  5. 05 κουδουνίζω, χτυπώ
  6. 06 αντηχώ, αντιλαλώ
  7. 07 κορνάρω, κράζω (για χήνα)