42 αποτελέσματα για «黙»

黙活 もくかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεκπεραίωση δραστηριότητας στη σιωπή, δράση χωρίς ομιλία
  1. 01 σιωπή
  2. 02 σιωπώ
  3. 03 σταματώ να μιλώ
  4. 04 αφήνω ως έχει