706 αποτελέσματα για «生»

生販在計画 せいはんざいけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 προγραμματισμός πωλήσεων, αποθεμάτων και παραγωγής, σιπ
生販在 せいはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή, πωλήσεις και απόθεμα (PSI)
生産販売在庫 せいさんはんばいざいこ

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή, πωλήσεις και απόθεμα, PSI
生物検定 せいぶつけんてい

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογικός έλεγχος (bioassay)
生政治 せいせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 βιοπολιτική
生貝 なまがい

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκοκομμένο αμπαλόνι σερβιρισμένο σε παγωμένο νερό
  2. 02 ωμό οστρακοειδές
生若い なまわかい

επίθετο

  1. 01 νέος και ανώριμος
生優しい なまやさしい

επίθετο

  1. 01 επιεικής, γλυκός
生砂 きずな

ουσιαστικό

  1. 01 πράσινη άμμος (ελαιοπράσινος αμμόλιθος)
  2. 02 νωπή άμμος, άμμος χύτευσης
生型鋳造 なまがたちゅうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ναμαγκατάτσουζό, μεταλλουργική χύτευση με χρήση άμμου
生砂糖 なまざとう

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστη ζάχαρη
生型法 なまがたほう

ουσιαστικό

  1. 01 ναμαγκαταχό, χύτευση μετάλλου με καλούπι από νωπή άμμο
生き顔 いきがお

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο ζωντανού ανθρώπου
生病老死 せいびょうろうし

ουσιαστικό

  1. 01 γέννηση, ασθένεια, γηρατειά και θάνατος
生物蓄積 せいぶつちくせき

ουσιαστικό

  1. 01 βιοσυσσώρευση
生産的思考 せいさんてきしこう

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγική σκέψη
生殖的隔離 せいしょくてきかくり

ουσιαστικό

  1. 01 αναπαραγωγική απομόνωση
生物学的多様性 せいぶつがくてきたようせい

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογική ποικιλομορφία, βιοποικιλότητα
生物海洋学 せいぶつかいようがく

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσια βιολογία, βιολογική ωκεανογραφία
生物統計学 せいぶつとうけいがく

ουσιαστικό

  1. 01 βιοστατιστική