611 αποτελέσματα για «二»

二酸化 にさんか

ουσιαστικό

  1. 01 διοξείδιο
二乗冪 にじょうべき

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνο (αριθμού), δευτέρα δύναμη
二刀 にとう

ουσιαστικό

  1. 01 δύο σπαθιά, μακρύ και κοντό σπαθί
  2. 02 χειρισμός διπλών σπαθιών, ξιφασκία με δύο σπαθιά
二人がかり ふたりがかり

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία δύο ατόμων πάνω στο ίδιο αντικείμενο, εκτέλεση κάποιου έργου από δύο άτομα
  2. 02 αγώνας πάλης στον οποίο ένας παλαιστής αντιμετωπίζει διαδοχικά δύο αντιπάλους
二極 にきょく

ουσιαστικό

  1. 01 δύο κυρίαρχες δυνάμεις, δύο άκρα, διπολικότητα
  2. 02 κάθοδος και άνοδος, οι δύο πόλοι
二階堂美術館 にかいどうびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Νικαϊντό
二松學舍大学 にしょうがくしゃだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Νισογκακούσα
二人袴 ふたりばかま

ουσιαστικό

  1. 01 φουταριμπακάμα (κωμωδία νο)
二葉製菓学校 ふたばせいかがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Σχολή Ζαχαροπλαστικής Φουτάμπα
二十日鼠と人間 はつかねずみとにんげん

ουσιαστικό

  1. 01 Άνθρωποι και ποντίκια (νουβέλα του 1937 από τον Τζον Στάινμπεκ)
  1. 01 δύο
  2. 02 ριζικό δύο (αρ. 7)